Skip to main content
Σπίτι
Στείλτε μήνυμα στο IPA
Ομιλία προς IPA
Αναζήτηση λέξης με IPA
IPA Αναγνώστης
Beta
Διαγράμματα IPA
Βρετανικά Αγγλικά
Αμερικάνικα Αγγλικά
Κινέζικα μανταρίνι
Διαγράμματα IPA
A–Z
Ιστολόγιο
toIPA
Σπίτι
Στείλτε μήνυμα στο IPA
Ομιλία προς IPA
Αναζήτηση λέξης με IPA
IPA Αναγνώστης
Beta
Διαγράμματα IPA
Πλήρης
Βρετανικά Αγγλικά
Αμερικάνικα Αγγλικά
Κινέζικα μανταρίνι
Διαγράμματα IPA
A–Z
Ιστολόγιο
🇬🇷 Ελληνικά
🇺🇸 English
🇨🇳 中文
🇯🇵 日本語
🇩🇪 Deutsch
🇫🇷 Français
🇪🇸 Español
🇮🇳 हिन्दी
🇸🇦 العربية
🇧🇩 বাংলা
🇵🇹 Português
🇮🇩 Bahasa Indonesia
🇵🇰 اردو
🇷🇺 Русский
🇻🇳 Tiếng Việt
🇹🇷 Türkçe
🇰🇷 한국어
🇮🇹 Italiano
🇳🇴 Norsk bokmål
🇳🇱 Nederlands
🇵🇱 Polski
🇸🇪 Svenska
🇬🇷 Ελληνικά
🇮🇱 עברית
🇮🇷 فارسی
🇹🇭 ไทย
🇺🇦 Українська
🇨🇿 Čeština
🇧🇾 Беларуская
Σπίτι
dogging
dogging
engaging in sexual acts in a public or semi-public place, or spying on such acts
en-GB
/ˈdɒɡɪŋ/
en-US
/ˈdɔɡɪŋ/
Κατηγορίες:
public sex
sex position